Γεννημένοι δρομείς: Ο μυστήριος λαός των Ταραουμάρα και τα μυστικά τους

/
1 min read

Μέχρι το 1993, κανείς δεν είχε τερματίσει με ευκολία τον υπερμαραθώνιο με το όνομα «Leadville Trail 100 ultramarathon». Έναν μαραθώνιο που για να τον βγάλεις έπρεπε να τρέξεις 100 μίλια υψηλού υψομέτρου πάνω από στα δύσβατα μονοπάτια και τις χιονισμένες κορυφές του Κολοράντο: η συνηθισμένη προετοιμασία για τη συμμετοχή σε μαραθώνιο είναι παντελώς άχρηστη για μια τέτοιου τύπου διαδρομή. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν συνδυασμό ορειβασίας και μαραθώνιου.

Ήταν εκείνη τη χρονιά που στη γραμμή εκκίνησης, τρεις μεσήλικοι άντρες με τσιγάρα στα χέρια, στήθηκαν χαλαρά στη γραμμή εκκίνησης. Φορούσαν κάτι ελαστικά σανδάλια αντί για αθλητικά παπούτσια, ρουφούσαν τα τσιγάρα τους και φυσούσαν τον καπνό, δεν έκαναν διατάσεις ή άλλες ασκήσεις προετοιμασίας όπως όλοι οι υπόλοιποι δρομείς και γενικά η εικόνα τους δεν θύμιζε σε τίποτα ανθρώπους που ετοιμάζονται να τρέξουν σε έναν από τους πιο εξαντλητικούς μαραθώνιους στον κόσμο.

Ήταν Ινδιάνοι από την φυλή Ταραουμάρα, κάτοικοι του βορειοδυτικού Μεξικού και τόσο η εμφάνισή τους όσο και το στιλ τους επιβεβαίωνε κάθε μύθο που ακουγόταν για χρόνια αναφορικά με αυτούς αλλά κανείς δεν έπαιρνε σοβαρά. Ο μύθος έλεγε ότι κάπνιζαν ατελείωτα, μεθούσαν ανά παρέες τις νύχτες στα ερημικά βουνά του Μεξικού γύρω από φωτιές και παραβιάζοντας κάθε γνωστό κανόνα για καλή φυσική κατάσταση, μπορούσαν να κινούνται ταχύτατα για εκατοντάδες χιλιόμετρα. «Η μέθη είναι περηφάνια», ήταν το μοτό τους και ορισμένοι που τους γνώριζαν από κοντά επέμεναν: είναι οι καλύτεροι δρομείς στον κόσμο.

Στα πρώτα μέτρα της κούρσας πάντως, αυτό δεν φάνηκε να επιβεβαιώνεται: οι υπεργυμνασμένοι και καλά προετοιμασμένοι δρομείς, άφησαν πολύ πίσω τους Ταραουμάρα , που βρισκόντουσαν με διαφορά στις τελευταίες θέσεις. Όμως όσο η διαδρομή εξελισσόταν, όσο ο ήλιος γινόταν όλο και πιο έντονος, όσο ο δρόμος γινόταν όλο και πιο ανηφορικός, οι Ταραουμάρα όχι απλά κάλυπταν το χαμένο έδαφος αλλά αποτελούσαν και ένα σκηνικό απέραντης ομορφιάς. Όπως δήλωσε στους New York Times ένας βετεράνος του συγκεκριμένου μαραθώνιου: «Μοιάζανε σαν να κινούνται με το έδαφος, σαν ένα σύννεφο ή μια ομίχλη που κινείται στα βουνά».

Όσο η κούρσα εξελισσόταν, αυτοί οι μυστήριοι και επιβλητικοί τύποι όχι απλά δεν έχαναν δυνάμεις αλλά έμοιαζαν να αποκτούν όλο και περισσότερες. Ο Τζο Βιτζίλ, ο θρυλικός Αμερικανός προπονητής που βρισκόταν στην διαδρομή, δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. «Σου δημιουργούσε μια αίσθηση άγριας χαράς η εικόνα τους», έλεγε αργότερα.

«Η μέθη είναι περηφάνια», είναι το μοτό των Ταραουμάρα και ορισμένοι που τους γνωρίζουν από κοντά επιμένουν: είναι οι καλύτεροι δρομείς στον κόσμο.

Μετά κόπων και βασάνων κάποιοι κατάφεραν να τους φτάσουν και να «σπάσουν» την τριάδα τους. Και οι τρεις ωστόσο τερμάτισαν στις πέντε πρώτες θέσεις: ο 55χρονος Βικτοριάνο Τσούρο, ένας αγρότης και ο παλαιότερος από τους τρεις Ταραουμάρα , τερμάτισε πρώτος, ο Σερίλντο Τσακαρίτο δεύτερος και ο Μάνουελ Λούνα πέμπτος. Ενώ οι υπόλοιποι δρομείς τερμάτιζαν και έπεφταν εξουθενωμένοι στο έδαφος, αυτοί οι Ινδιάνοι συνέχισαν να τρέχουν για μερικά μέτρα και μετά τη γραμμή τερματισμού προτού σταδιακά μειώσουν ταχύτητα και σταματήσουν.

Ένα χρόνο αργότερα, ένας άλλος Ταραουμάρα , ο Χουαν Ερέρα, τερμάτισε στην πρώτη θέση του εν λόγω μαραθώνιου κάνοντας μάλιστα ρεκόρ διαδρομής. Μέχρι και το 1995, πολλοί εξ αυτών είχαν αρχίσει να συμμετέχουν στους μεγαλύτερους μαραθώνιους των ΗΠΑ, έγιναν αληθινό φόβητρο, ποτέ κανείς δεν τερμάτισε κάτω από την 10η θέση. Και πριν καν προλάβει κανείς να καταλάβει τι διάολο παίζει με αυτά τα θαύματα της φύσης, στα μέσα των 90s εξαφανίστηκαν από τους μεγάλους αγώνες όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν σε αυτούς, επέστρεψαν ξανά στα φαράγγια που ζούσαν, παίρνοντας μαζί τους όλο το μυστήριο που τους περιέβαλε.

Βγάζοντας υπερμαραθώνιους με αυτά τα σανδάλια!

Όμως, πολλά χρόνια μετά, στα μέσα των 10s, κάποιος απίστευτα γρήγορος δρομέας από τα μέρη τους εμφανίστηκε και πάλι στις αμερικάνικες κούρσες. Όμως δεν ήταν ένας από αυτούς…

Ήταν ένας κοντός τύπος που δεν μιλούσε ούτε ισπανικά, ούτε αγγλικά αλλά ούτε και τη γλώσσα των Ταραουμάρα . Οι ίδιοι οι Ταραουμάρα τον αποκαλούσαν Άσπρο Άλογο -γιατί ήταν λευκός και όχι Ινδιάνος- και ο ίδιος ισχυριζόταν πως δίπλα του έτρεχε ένας αόρατος σύντροφός του με τον οποίο συχνά άνοιγε συζήτηση. Για τον Καμπάγιο Μπλάνκο (τον Άσπρο Άλογο δηλαδή…) τίποτα άλλο δεν ήταν γνωστό. Ούτε η ηλικία του ούτε η καταγωγή του. Κάποιοι έλεγαν πως είναι Αμερικάνος, άλλοι πως είναι Γερμανός και άλλοι πως είναι Ολλανδός. Ο μύθος έλεγε πως ζει στο Μεξικό εδώ και χρόνια, έκανε την εμφάνισή του από το πουθενά στα μέρη των Ταραουμάρα και ξεκίνησε να ζει ανάμεσά τους.

Ο δημοσιογράφος Κρίστοφερ Μακ Ντούγκαλ έψαξε και τον βρήκε το 2016, αφού πέρασε περίπου δυο εβδομάδες ρωτώντας από εδώ και από εκεί στα βουνά του Μεξικού και έφτασε να αμφιβάλει ακόμα και το αν αυτός ο τύπος υπάρχει. Το αληθινό του όνομα ήταν Μίκα Τρου. Ζούσε σε μια μικρή πόλη κοντά στα σπίτια των φίλων του, των Ταραουμάρα . Ήταν ξανθός και καταγόταν από την Ολλανδία αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια κατοικούσε στα βουνά του Μεξικού. Επίσης, ήταν κοκαλιάρης και το δέρμα του έχει μαύρισε αισθητά εξαιτίας της συνεχόμενης επαφής του με τον ήλιο του Μεξικού.

Ο Μίκα Τρου ή Καμπάγια Μπλάνκο (δηλαδή Άσπρο Άλογο…)

«Σε αυτό το μέρος προπονούμαι κάθε μέρα, τρέχω κάθε μέρα. Σήμερα βρήκα ένα νέο μονοπάτι που συνδέει το χωριό με τα βουνά και το διένυσα τρέχοντας. Κανονικά το πρόγραμμα προπονήσεών μου είχε κενό σήμερα αλλά παρ’ όλα αυτά έτρεξα για τη χαρά του τρεξίματος. Είναι υπέροχο να τρέχεις σε αυτά τα μέρη», ήταν κάποια από τα πρώτα λόγια που είπε στον Μακ Ντούγκαλ. Όπως του εξήγησε δεν είχε καν αθλητικό εξοπλισμό, ούτε καν αθλητικά παπούτσια: έτρεχε φορώντας απλά τα χαρακτηριστικά σανδάλια των Ταραουμάρα .

«Είναι πανέμορφο αυτό που σου προκαλεί αυτό το μέρος. Βρίσκομαι εδώ τα τελευταία δέκα χρόνια και ακόμα το μαθαίνω», είπε ο ίδιος και στη συνέχεια αποκάλυψε πως οι Ταραουμάρα έχουν μεγαλύτερη παράδοση στο τρέξιμο από αυτοί που νόμιζαν οι λευκοί: ένας Ταραουμάρα είχε ολοκληρώσει τον μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς του 1928 και άλλος ένας τον μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς του 1968. Και οι δυο εξαφανίστηκαν από τα φώτα της δημοσιότητας μετά τις συμμετοχές τους. Και οι δύο γύρισαν στα μέρη τους και έλεγαν στους γείτονές τους πως η απόσταση του μαραθώνιου των Ολυμπιακών ήταν τόσο μικρή που δεν άξιζε τον κόπο να ξανασυμμετάσχει κανείς σε αυτούς.

Ο πολιτισμός τους είναι ένα μεγάλο μυστήριο: δεν ασχολούνται πολύ με άλλους λαούς, ζουν φτιάχνοντας και πουλώντας μπύρα στα γύρω χωριά και καμιά φορά δεν ζητάνε καν λεφτά, απλά την ανταλλάζουν με προϊόντα και φαγητό. Κατά τα άλλα, χορεύουν, τρώνε, πίνουν και μεθάνε. Και φυσικά, τρέχουν. Το 1971, ένας φυσιολόγος έφτασε στα μέρη τους ακούγοντας τους μύθους για αυτούς και τους έπεισε να κάνουν ένα καρδιακό τεστ. Έφτασε στο συμπέρασμα πως η φυσική τους κατάσταση μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη φυσική κατάσταση ορισμένων λαών της αρχαιότητας, των Σπαρτιατών ίσως. Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να τρέχουν για πέντε συνεχόμενες ώρες και να μην κουραστούν ούτε στο ελάχιστο, διαπίστωσε.

Τα επιβλητικά βουνά αυτής της απίστευτης φυλής Ινδιάνων…

Καρδιακές παθήσεις και υψηλά ποσοστά χοληστερόλης είναι άγνωστες έννοιες για αυτόν τον λαό. Ο Μίκα Τρου ήρθε σε επαφή μαζί τους για πρώτη φορά το 1994 και αφού ανακάλυψε έναν εξ’ αυτών σε έναν μαραθώνιο που είχε πάρει μέρος. «Πέρασα μαζί τους δέκα ολόκληρες ώρες και παρά το γεγονός ότι δεν μιλούσαμε ίδια γλώσσα και δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, με έναν μυστήριο τρόπο επικοινωνούσαμε και γελούσαμε όλη την ώρα. Από εκείνη την ημέρα και μετά έπαθα εμμονή μαζί τους. Τους έκανα επισκέψεις κατά καιρούς και το 2005 αποφάσισα να μείνω μαζί τους. Δεν είχα γυναίκα, δεν είχα παιδιά, δεν είχα κανέναν να δουλεύει για εμένα και μου άρεσε να τρέχω. Αυτό ήταν το ιδανικό μέρος για εμένα», λέει.

Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να τρέχουν για πέντε συνεχόμενες ώρες και να μην κουραστούν ούτε στο ελάχιστο

Ο Τρου είναι ίσως ο μοναδικός λευκός που έχει έρθει σε τόσο ουσιαστική επαφή μαζί τους. Στα 90s και ενώ σάρωναν στους αγώνες των ΗΠΑ, διάφοροι λευκοί είχαν προσπαθήσει να τους προσεγγίσουν προκειμένου να γίνουν σπόνσορές τους αλλά οι Ταραουμάρα δεν ενδιαφερόντουσαν: δεν έτρεχαν για τα λεφτά ή για την δόξα, έτρεχαν επειδή απλά τους άρεσε.

Γεννημένοι δρομείς, κυριολεκτικά!

Κάθε Μάρτιο και Δεκέμβριο, ο Τρου διοργανώνει έναν δικό του αγώνα στα μέρη των Ταραουμάρα . Ο ίδιος είναι ο μοναδικός λευκός που τρέχει μαζί τους. Η διαδρομή διασχίζει όλο το φαράγγι των Ταραουμάρα . Και όπως ο ίδιος τονίζει, κάθε συμμετοχή σε έναν τέτοιο αγώνα είναι σαν να ξαναγεννιέσαι…

Previous Story

Ο συγκλονιστικός πιτσιρικάς που τερμάτισε Μαραθώνιο μέσα στο νοσοκομείο!

Next Story

Η ατέλειωτη δρομική κούρσα του Γκόρντι Άινσλεχ στο... καζάνι της κόλασης

Latest from Top Stories