Το παιδί θαύμα της Ινδίας: Δρομέας-σταρ από τα 4 του!

/
1 min read

Η εικόνα που σχηματίζουν είναι εντυπωσιακή αν σταθείς αρκετά μακριά από τον ναό και αποκτήσεις μια σχετικά πανοραμική θέα. Κοιτώντας τους να διασχίζουν με τα γυμνά τους πόδια έναν βρώμικο δρόμο, γεμάτο αγελάδες, ζητιάνους και περιπλανώμενα παιδιά, με μοναδικό τους στόχο να φτάσουν τον ναό, μπορεί να γίνει κατανόητο μέσω απλά μιας εικόνας τι σημαίνει θέληση.

Όποια μέρα και να βρεθείς σε εκείνο το σημείο, στο Πουρί της Ινδίας και το σύμπλεγμα των 120 ναών που υψώνονται στους δρόμους του, θα τους δεις: άλλοτε πολλοί μαζεμένοι και άλλοτε λίγοι, οι προσκυνητές επιχειρούν κάθε μέρα να προσευχηθούν γονατιστοί στο δικό τους Θεό. Όμως εκείνο το πρωί, στις 2 Μαΐου του 2006, κάτι πραγματικά ασυνήθιστο διατάραξε την καθημερινότητα της περιοχής.

Ο Μπούντια Σινγκ ήταν τότε μόλις 4 χρονών. Για την ακρίβεια, 4 χρονών και 3 μηνών. Έκανε τρέχοντας την εμφάνισή του στο Πουρί και τρέχοντας ανάμεσα στους προσκυνητές και τους λαβυρινθώδεις δρόμους των ναών, προσέλκυσε όλα τα βλέμματα των παρόντων τόσο ξαφνικά όσο εμφανίστηκε. Η αποστολή που του είχε δώσει ο προπονητής του, ήταν να διασχίσει 43 μίλια πριν φτάσει στην πόλη του, την Μπουνανεσβάρ. Και έπρεπε να περάσει μέσα και από εκείνο το σημείο για να το καταφέρει.

Και αν όλο αυτό το σκηνικό μοιάζει με την απαρχή ενός μυστήριου παραμυθιού, που να ακούσει κανείς και τη συνέχεια: μόλις δυο χρόνια αργότερα, στα έξι του, ο Μπούντια ήταν ένα παιδί που το ήξερε όλη η Ινδία. Μια αληθινή διασημότητα, που εμφανιζόταν σε εκπομπές, είχε τραγουδήσει ήδη ένα hip hop τραγούδι και αντιμετωπιζόταν από όλους ως ένα παιδί-θαύμα, που κάποτε θα άφηνε εποχή με τα χρώματα της Ινδίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Εκείνη την περίοδο, ο Μπούντια έτρεχε περίπου έξι ημιμαραθώνιους την εβδομάδα. Πολλές φορές έτρεχε στην άσφαλτο χωρίς παπούτσια και σχεδόν πάντα, χωρίς να πίνει νερό κατά τη διάρκεια μιας κούρσας. Εκείνη την ημέρα που έκανε την εμφάνισή του ανάμεσα στους προσκυνητές, ο Μπιράκι Ντας, ο προπονητής του, ήθελε να συνδυάσει την προπόνησή του με μια πνευματική δοκιμασία. Θεωρούσε ότι το να βρεθεί τρέχοντας ανάμεσα σε ναούς που μετρούσαν εκατοντάδες χρόνια ύπαρξης, θα αναβάθμιζε το πνεύμα του.

Φυσικά, ο Ντας είχε πάρει όλα τα κατάλληλα μέτρα. Είχε συνεννοηθεί με την τοπική αστυνομία ώστε εκπαιδευμένοι άντρες να τον ακολουθούν σε όλη την διαδρομή. Και φυσικά, είχε ενημερώσει τα ΜΜΕ προκειμένου να βρεθούν στο σημείο και να καταγράψουν το πρωτόγνωρο συμβάν. Ήταν η απαρχή μιας πολύ ιδιαίτερης ιστορίας.

Μόλις στα έξι του, ο Μπούντια ήταν ένα παιδί που το ήξερε όλη η Ινδία…

Η δημοσιότητα που δόθηκε στο θέμα βέβαια είχε και μια πολύ αρνητική πλευρά. Ο Ντας, που εκτός από προπονητής του Μπούντια ήταν και ο νόμιμος κηδεμόνας του, κατηγορήθηκε για αντιπαιδαγωγικές μεθόδους. Πολλοί μίλησαν για παιδική σκληρότητα, πως είναι απάνθρωπο να υποχρεώνεται ένα τετράχρονο παιδί να τρέχει αποστάσεις που αντιστοιχούν σε ενήλικες δρομείς. Ανάμεσα στους επικριτές ήταν και μέλη της τότε κυβέρνησης της Ινδίας.

Με τον καιρό, άρχισαν να βγαίνουν διάφορα άσχημα γεγονότα στην επιφάνεια. Η μητέρα του Μπούντια έλεγε ότι ο προπονητής του γιου της χρησιμοποιούσε πολύ σκληρές μεθόδους. Έλεγε ότι κάποτε είχε κλειδώσει τον Μπούντια σε ένα δωμάτιο για τρεις μέρες χωρίς νερό προκειμένου να τον σκληραγωγήσει ή πως του είχε ρίξει ζεστό νερό στο δέρμα του για να τον κάνει να αντέχει στον πόνο. Ο Ντας φυσικά αρνήθηκε τα πάντα, είπε πως το παιδί ζει πολύ καλύτερα με τον ίδιο ως επίσημο κηδεμόνα του και πως η μητέρα του λέει ψέμματα προκειμένου να τον πάρει πίσω.

Ο Μπούντια και ο αμφιλεγόμενος προπονητής του

Στις 13 Απριλίου του 2008, χωρίς κανείς να ξέρει τι από όλα αυτά ίσχυε και τι όχι, ο αμφιλεγόμενος προπονητής δολοφονήθηκε! Βγαίνοντας έξω από τη σχολή τζούντο που είχε, κάποιος τον περίμενε και τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Για τη δολοφονία συνελλήφθη ως ηθικός αυτουργός ο μεγαλομαφιόζος Ράγια Αχάρια και σύμφωνα με την αστυνομία, το κίνητρο είχε να κάνει με το γεγονός ότι ο Ντας παρενοχλούσε την γυναίκα του, μια πανέμορφη και διάσημη ηθοποίο της Ινδίας.

Ένα μεγάλο πέπλο μυστηρίου συνόδευε τον δολοφονημένο πλέον, Ντας. Ένας άνθρωπος που συναναστρεφόταν με τον υπόκοσμο και είχε και το θάρρος να προσεγγίζει τη γυναίκα ενός μεγαλομαφιόζου χωρίς να φοβάται, σίγουρα ήταν ικανός για όλα – και ας το πλήρωσε με τη ζωή του, τελικά. Οι ενδείξεις πως ήταν ένας δυνάστης που κακομεταχειριζόταν το μικρό παιδί προκειμένου να βγάλει λεφτά στο μέλλον από το ταλέντο του έμοιαζαν όλο και πιο αληθοφανείς. Φυσικά, την αλήθεια την ήξερε πλέον μόνο ο ίδιος ο Μπούντια.

Ο Γιότσνα Νάγιακ ήταν ο γιατρός που περιποιήθηκε τον Μπούντια όταν αυτός ολοκλήρωσε εκείνη τη διάσημη κούρσα του, για την οποία πέρασε μέσα από τον ιερό τόπο του Πούρι. Μιλώντας σε έναν Βρετανό δημοσιογράφο, είχε πει: «Αν δεν του έδινα νερό και δεν τον κούραρα όπως έπρεπε, ίσως και να είχε πεθάνει από την εξάντληση». Η ίδια η παρουσία του Μπούντια στη δημόσια ζωή της Ινδίας, παρήγαγε τεράστια ερωτήματα: οι προπονητές και οι γονείς έχουν το δικαίωμα να στρατολογούν μικρά παιδιά προκειμένου να κυνηγούν τη δόξα; Ποιος θέτει τους κανόνες;

Ο Ντας πάντως, δεν είχε αυτή τη μέθοδο μόνο με τον Μπούντια. Πριν δολοφονηθεί στα 41 του, είχε προπονήσει πάρα πολλά παιδιά. Ο ίδιος περηφανευόταν πως αν δεν ήταν αυτός να τα παίρνει υπό την προστασία του, τα παιδιά αυτά θα είχαν πολύ χειρότερες ζωές σε μια τόσο φτωχή χώρα όπως η Ινδία. Από την σχολή τζούντο του Ντας είχαν περάσει άπειρα παιδιά που ουσιαστικά ζούσαν υπό την κηδεμονία του και προπονούνταν με πειθαρχία και μεθοδικότητα. Επτά από τους μαθητές του έγιναν πρωταθλητές και περίπου 1200 κατέληξαν στην αστυνομία μέσω της δικής του εκπαίδευσης.

Ο Ντας ισχυριζόταν πως ήταν η ίδια η μητέρα του Μπούντια που τον προσέγγισε όταν ο τελευταίος ήταν μόλις 1 έτους και της πρότεινε να αναλάβει τον μικρό. Ο πατέρας του ήταν ένας αλκοολικός που την είχε παρατήσει και εκείνη είχε πουλήσει τις δυο από τις τρεις μεγαλύτερες από τον Μπούντια κόρες της, σε σπίτια πλούσιων ανθρώπων προκειμένου να ζουν εκεί. «Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα οικονομικά με τον μικρό. Πάρτον εσύ», του είπε η μητέρα του Μπούντια, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του ίδιου του Ντας.

Αρχικά, ο Ντας φέρεται να αρνήθηκε. Άλλωστε, ο Μπούντια ήταν ενός έτους και δεν μπορούσε να εκπαιδευτεί στο τζούντο. Συνέχισε να παρακολουθεί τον μικρό ωστόσο και όταν αυτός ήταν τριών χρονών κατάλαβε πως είχε μια έμφυτη τάση στο τρέξιμο. Έκανε την εκτίμηση πως ο Μπούντια θα μπορούσε να γίνει στο μέλλον, ο πρώτος Ινδός δρομέας που θα έπαιρνε χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ο Μπούντια έγινε ένα πραγματικό φαινόμενο στην Ινδία. Οι απόψεις για αυτόν ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Πολλές φορές, οι σκληρές προπονήσεις που έκανε με τον Ντας γινόντουσαν δημόσιο θέαμα και εκατοντάδες άνθρωποι τον ακολουθούσαν ενώ έτρεχε αποθεώνοντάς τον για αυτό που κάποτε θα γινόταν. Άλλοι κατέκριναν την μέθοδο και θεωρούσαν ανήθικο να συμβαίνει αυτό σε ένα παιδί. Μόλίς στα 5 του πήρε μέρος στον ημιμαραθώνιο του Δελχί με τα μέλη της επίσημης διοργάνωσης να διαφωνούν αναφορικά με το αν πρέπει να δεχθούν τη συμμετοχή του ή όχι.

Μετά τη δολοφονία του Ντας, ο Μπούντια μπήκε εσώκλειστος σε ένα αθλητικό σχολείο μαζί με άλλα μεγάλα ταλέντα. Ο κοινωνικός παροξυσμός για αυτόν, συνέχισε να υπάρχει: όποτε ο Μπούντια προπονούταν, διάφοροι θαυμαστές έκαναν την εμφάνισή του και ζητωκραύγαζαν σαν να έβλεπαν έναν αληθινό ήρωα.

Η αλήθεια αναφορικά με τις μεθόδους του Ντας δεν αποκαλύφθηκε ποτέ, ωστόσο σύμφωνα με το ρεπορτάζ ενός Βρετανού δημοσιογράφου που το 2008 πήγε στην Ινδία για να κάνει ένα θέμα για τον Μπούντια, ο -δολοφονημένος πλέον- προπονητής του φερόταν να παίρνει πολύ μεγάλα ποσά από εταιρίες που ήθελαν να γίνουν χορηγοί για τον Μπούντια στο μέλλον. Σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες δε, όταν η μητέρα του Μπούντια επιχείρησε να ξαναπάρει την κηδεμονία του παιδιού της βλέποντας την κακομεταχείριση που αυτό είχε υποστεί, ο Ντας την απείλησε πως θα σκοτώσει τις κόρες της αν δεν κάνει πίσω.

Στο αθλητικό σχολείο που βρέθηκε ο Μπούντια πάντως, η ζωή του ήταν εξαιρετική. Αθλούταν σε άψογες συνθήκες και εν μέσω πολύ έντονης φροντίδας από τους προπονητές του. Όταν ο Βρετανός δημοσιογράφος ρώτησε τον προσωπικό του κόουτς αν ο Μπούντια μπορεί πράγματι να γίνει ένας ολυμπιονίκης, εκείνος απάντησε: «Δεν μπορώ να το ξέρω. Θα σας πω σε περίπου 12 χρόνια».

Όποτε ο Μπούντια προπονούταν, διάφοροι θαυμαστές έκαναν την εμφάνισή του και ζητωκραύγαζαν σαν να έβλεπαν έναν αληθινό ήρωα.

Στα πλαίσια του ίδιου ρεπορτάζ, ο Μπούντια έδωσε μια μικρή συνέντευξη στον Βρετανό δημοσιογράφο παρουσία μιας δασκάλας του. Όταν ρωτήθηκε αν πέρασε σκληρές στιγμές με τον Ντας, ο Μπούντια είπε: «Όχι, απλά έκανα αυτά που μου ζητούσε». Όταν ρωτήθηκε αναφορικά με το αν ο Ντας ήταν καλός μαζί του, μια άβολη σιωπή διακατείχε τον Μπούντια που έμοιαζε να μην μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση. «Είναι δύσκολη ερώτηση για ένα μικρό παιδί», παρενέβη η δασκάλα που ήταν παρούσα και η συνέντευξη σταμάτησε.

Οι συνθήκες υπήρξαν πολύ καλύτερες για τον Μπούντια όταν βρέθηκε σε ένα αθλητικό σχολέίο

Τα χρόνια πέρασα, ο Μπούντια μεγάλωσε, η ιστορία του ξεχάστηκε, τα φώτα της δημοσιότητας έφυγαν από πάνω του, οι παλαβοί θαυμαστές σταμάτησαν να τον ψάχνουν για να δουν προπονήσεις του. Το 2016, όταν ο Μπούντια ήταν πλέον 14 χρονών, ένας Ινδός δημοσιογράφος μίλησε στα βρετανικά Μέσα, που θυμήθηκαν την ιστορία. «Να γίνει Ολυμπιονίκης; Για την ώρα, δεν βγαίνει καν πρώτος στο σχολικό πρωτάθλημα», είχε πει αυτός.

Το 2018, στα 16 του δηλαδή, ο Μπούντια συνέχισε να προπονείται έξι μέρες την εβδομάδα και να ονειρεύεται ένα ολυμπιακό μετάλλιο. Ήταν πλέον ξεχασμένος αλλά αυτό δεν τον πτοούσε. «Θέλω να κερδίσω το χρυσό για την Ινδία στον μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024», είχε δηλώσει στο Reuters το 2018. Ήταν εκείνη την χρονιά που την εκπαίδευσή του ανέλαβε ο θρυλικός Πάτρικ Σανγκ.

Ο Σανγκ θεωρείται από πολλούς ο καλύτερος μαραθωνοδρόμος όλων των εποχών. Για 17 χρόνια υπήρξε ατομικός προπονητής του επίσης θρυλικού Έλιουντ Κιπτσόγκε. Το γεγονός ότι ο Σανγκ ανέλαβε τον Μπούντια είναι η απόδειξη πως ο τελευταίος έχει σίγουρα προοπτικές για κάτι μεγάλο. Ο ίδιος ο Σανγκ ωστόσο, στις πρώτες του δηλώσεις ως προπονητής του Μπούντια, δεν ήθελε να πει μεγάλα λόγια.

«Εξαρτάται από έναν συνδυασμό πραγμάτων το τι μπορεί να καταφέρει. Σίγουρα όμως, αυτή είναι η ηλικία που πρέπει να αρχίσει να δουλεύεται το σώμα του», είχε πει ο θρυλικός Κενυάτης προπονητής το 2018, όταν έγινε γνωστό πως ανέλαβε τον Μπούτια.

Μάλλον, θα μάθουμε αν πράγματι ο Μπούντια είναι αυτό για το οποίο προοριζόταν από τα 3 του, σε τέσσερα χρόνια, στους επόμενους Ολυμπιακούς δηλαδή. Τότε, ο Μπούντια θα είναι 24 χρονών.

Previous Story

Η Ρομπίν Αρζόν, η κατάσταση ομηρίας στο μπαρ του Μανχάταν και το τρέξιμο!

Next Story

Σπάει καρδιές το αγόρι με εγκεφαλική παράλυση που ολοκλήρωσε μαραθώνιο!

Latest from Top Stories